Παγκύπρια έρευνα αναδεικνύει τον αντίκτυπο των ρευματοπαθειών στην ποιότητα ζωής των ασθενών στην Κύπρο

Ο πÏŒνος, η κÏŒπωση, οι περιορισμοί στην καθημερινή λειτουργικÏŒτητα και η ψυχολογική επιβάρυνση επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινÏŒτητα των ασθενÏŽν

Τα αποτελέσματα νέας Παγκύπριας έρευνας για την ποιÏŒτητα ζωής ασθενÏŽν με ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις αναδεικνύουν τον πολυδιάστατο αντίκτυπο των ρευματοπαθειÏŽν στην καθημερινή ζωή, στη σωματική λειτουργικÏŒτητα, στην ψυχολογική κατάσταση, στην εργασία και στις κοινωνικές δραστηριÏŒτητες των ασθενÏŽν.

Τα ευρήματα καταδεικνύουν ÏŒτι οι ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις δεν αποτελούν μÏŒνο ιατρική πρÏŒκληση, αλλά επηρεάζουν ουσιαστικά την ποιÏŒτητα ζωής των ασθενÏŽν. Συγκεκριμένα, το 40% των συμμετεχÏŒντων χαρακτηρίζει την υγεία του ως μέτρια, ενÏŽ το 16% ως κακή. Παράλληλα, το 38% δηλÏŽνει ÏŒτι η υγεία του είναι χειρÏŒτερη σε σύγκριση με έναν χρÏŒνο πριν.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η επίδραση των παθήσεων στη σωματική λειτουργικÏŒτητα. Το 71% των συμμετεχÏŒντων δηλÏŽνει ÏŒτι η υγεία του το περιορίζει πολύ ή αρκετά στην εκτέλεση έντονων σωματικÏŽν δραστηριοτήτων, ενÏŽ σημαντικές δυσκολίες καταγράφονται και σε καθημερινές δραστηριÏŒτητες ÏŒπως το ανέβασμα σκάλας, το σκύψιμο ή γονάτισμα, το περπάτημα και η καθαριÏŒτητα του σπιτιού.

Ο πÏŒνος αναδεικνύεται ως ένας απÏŒ τους πιο καθοριστικούς παράγοντες επιβάρυνσης. Επτά στους δέκα συμμετέχοντες αναφέρουν ÏŒτι τον τελευταίο μήνα βίωσαν απÏŒ αρκετÏŒ έως πάρα πολύ σωματικÏŒ πÏŒνο, ενÏŽ περίπου δύο στους τρεις δηλÏŽνουν ÏŒτι ο πÏŒνος επηρέασε σημαντικά τη συνηθισμένη εργασία τους, εντÏŒς και εκτÏŒς σπιτιού. Το εύρημα αυτÏŒ υπογραμμίζει ÏŒτι ο πÏŒνος επηρεάζει άμεσα την παραγωγικÏŒτητα, την αυτονομία και την καθημερινή λειτουργία των ασθενÏŽν.

Η Î­ρευνα αναδεικνύει επίσης σημαντικές επιπτÏŽσεις στην επαγγελματική και προσωπική καθημερινÏŒτητα. Τον τελευταίο μήνα, ως αποτέλεσμα της υγείας τους, το 83% των συμμετεχÏŒντων δήλωσε ÏŒτι έκανε λιγÏŒτερα πράγματα απÏŒ ÏŒσα θα ήθελε, το 79% ÏŒτι χρειάστηκε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να εκτελέσει την εργασία ή άλλες ασχολίες του, ενÏŽ το 70% ανέφερε ÏŒτι περιÏŒρισε το είδος της εργασίας ή των δραστηριοτήτων του.

Εξίσου σημαντική είναι η ψυχολογική διάσταση. Το 81% των συμμετεχÏŒντων ανέφερε ÏŒτι αισθάνθηκε κουρασμένο συνέχεια, πολύ συχνά ή αρκετά συχνά τον τελευταίο μήνα, ενÏŽ το 76% δήλωσε ÏŒτι αισθάνθηκε εξαντλημένο με την ίδια συχνÏŒτητα. Παράλληλα, καταγράφονται αισθήματα απογοήτευσης, μελαγχολίας, άγχους και μειωμένης ενεργητικÏŒτητας, αναδεικνύοντας την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση στη φροντίδα των ασθενÏŽν.

Οι κοινωνικές δραστηριÏŒτητες επηρεάζονται επίσης σημαντικά. Το 79% των συμμετεχÏŒντων αναφέρει ÏŒτι η υγεία ή η ψυχολογική του κατάσταση επηρέασε τις

κοινωνικές του δραστηριÏŒτητες τουλάχιστον μερικές φορές τον τελευταίο μήνα, ενÏŽ το 39% δηλÏŽνει ÏŒτι αυτÏŒ συνέβη συνέχεια ή πολύ συχνά. Η διάσταση αυτή αναδεικνύει τη συχνά αθέατη κοινωνική επίδραση των ρευματοπαθειÏŽν, καθÏŽς οι ασθενείς δεν αντιμετωπίζουν μÏŒνο σωματικές δυσκολίες, αλλά και περιορισμούς στη συμμετοχή τους σε κοινωνικές επαφές και δραστηριÏŒτητες.

Παρά τις δυσκολίες, η έρευνα καταγράφει και στοιχεία ανθεκτικÏŒτητας, καθÏŽς σχεδÏŒν οι μισοί συμμετέχοντες δηλÏŽνουν ÏŒτι, παρ’ ÏŒλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν, νιÏŽθουν ÏŒτι η υγεία τους είναι αρκετά καλή.

Τα αποτελέσματα της έρευνας ενισχύουν την ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση, πρÏŒσβαση σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη, ψυχοκοινωνική στήριξη και πολιτικές που ενδυναμÏŽνουν την καθημερινή λειτουργικÏŒτητα των ασθενÏŽν. Η ποιÏŒτητα ζωής των ατÏŒμων με ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις δεν μπορεί να αξιολογείται μÏŒνο με βάση την κλινική εικÏŒνα, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπÏŒψη τον πÏŒνο, την αυτονομία, την ψυχική υγεία, την κοινωνική συμμετοχή και την εργασιακή δυνατÏŒτητα.

Σχετικά με την έρευνα Η Î­ρευνα πραγματοποιήθηκε απÏŒ το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο ΡευματοπαθÏŽν Κύπρου. Η IMR/University of Nicosia™ ανέλαβε τη συλλογή και την επεξεργασία των δεδομένων. Η Î­ρευνα είχε Παγκύπρια κάλυψη και πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 267 ατÏŒμων ηλικίας 18 ετÏŽν και άνω με χρÏŒνια ρευματική νÏŒσο, μέσω διαδικτυακÏŽν συνεντεύξεων με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου.